Saturday, January 20, 2018

Ποτέ να μην λές «γιατί περνώ αυτό»; ( Γερόντισσα Γαβριηλία )

Ποτέ να μην λές «γιατί περνώ αυτό»;
Ή όταν βλέπεις τόν άλλο με τη γάγγραινα, τον καρκίνο ή την τύφλωση, να μην λές «γιατί το περνά αυτό»;
Αλλά να παρακαλείς τον Θεό να σου χαρίσει το όραμα της άλλης όχθης...
Τότε θα βλέπεις όπως οι Άγγελοι τα γινόμενα εδώ όπως πραγματικά είναι: ΟΛΑ στο σχέδιο τού Θεού. ΟΛΑ.

Γερόντισσα Γαβριηλία από την «Ασκητική της Αγάπης»  

Wednesday, January 17, 2018

Πώς να Νικάτε τους Λογισμούς ( Γεροντας Σωφρόνιος )

Πολλοί συνάνθρωποί μας, ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή, υποφέρουν από ψυχικές ασθένειες για ασήμαντες αιτίες.
Η αιτία είναι συνήθως ένας λογισμός, τον οποίο δεν μπόρεσαν να νικήσουν.

Στην επιστολή που έστειλε ο Γέροντας Σωφρόνιος το 1932 στον Δαβίδ Μπάλφουρ μας δίνει πολύ απλές και πρακτικές συμβουλές για το πώς μπορεί ο άνθρωπος να νικά αυτού του είδους τους λογισμούς:
«Οι λογισμοί είναι “δαιμόνια” (δαιμονική ενέργεια).
Όπως υπάρχουν άνθρωποι, τους οποίους είναι αδύνατο να πείσεις με ο,τιδήποτε, έτσι και χειρότερα ακόμη συμβαίνει με τα δαιμόνια.
Αν συνδιαλέγεσαι με τους λογισμούς, αν αντιστέκεσαι σε αυτούς, θα τους αναγκάσεις, στην καλύτερη περίπτωση, να αποχωρήσουν για κάποιο σύντομο διάστημα.
Έπειτα όμως αυτοί πάλι επίμονα και ανένδοτα προτείνουν το δικό τους, επαναλαμβάνοντας ακατάπαυστα και ανόητα το ίδιο, μέχρις ότου παγιδεύσουν τον άνθρωπο στην αμαρτία.

Όταν πετύχουν στο ένα, συνεχίζουν να περιπλέκουν τον άνθρωπο παραπέρα, ωσότου τον οδηγήσουν στον όλεθρο. Γι’ αυτό πρέπει οπωσδήποτε να ενεργείτε όπως διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες.
Παραδοθείτε στο θέλημα του Θεού και μην αρχίζετε οποιονδήποτε διάλογο με τους λογισμούς.

Κάθε λογισμός που διαταράσσει την ειρήνη της καρδιάς και σπέρνει την ταραχή στην ψυχή προέρχεται από τον εχθρό.
Με τη συνέργεια της χάριτος του Θεού σας υπέδειξα τη γνωστή οδό της χριστιανικής ασκήσεως, τον σκοπό προς τον οποίο καλείσθε να βαδίσετε απορρίπτοντας αποφασιστικά κάθε εχθρικό λογισμό».

Από το βιβλίο Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου, Αγώνας Θεογνωσίας.

Saturday, January 13, 2018

Christian Asceticism: The Greatest Contribution to Society

Monasticism is an institution wherein man is viewed as a whole, as a psychosomatic being, with special emphasis being laid on the care of the soul and things spiritual, with the ultimate aim of leading him to perfection and theosis. It is precisely this reality which the hymnographer expresses in the apolytikion for the commemoration of an ascetic. Borrowing from the writings of St. Basil, he lauds the ascetic because by his actions he teaches us to, “Despise the flesh, for it passes away, [but] be solicitous for your soul which will never die.” Authentic Christianity, Christianity in its fullness, is cultivated in the monasteries, and the preservation of this is the greatest contribution to the world and to society imaginable. St. John Chrysostom repeatedly admonishes the faithful to visit monasteries so that they might see for themselves that the application of Christianity’s ascetic principles is not some utopian dream, but rather something entirely possible. The monastics succeed in creating a community wherein the worship and praise of God occupy as much time as do work and rest, wherein we find love amongst the brothers, and wherein the life of asceticism is lived in its highest form.

From Protopresbyter Theodoros Zisis, Following the Holy Fathers: Timeless Guides of Authentic Christianity (Columbia: Newrome Press, 2017), 41.

https://lessonsfromamonastery.wordpress.com/

Tuesday, January 9, 2018

Προσέχετε τον Εγωισμό, που Κρύβεται κάτω από τη Μορφή του Δικαιώματος. ( Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως )

Δεν θέλω να θλίβεστε και να συγχύζεστε για όσα συμβαίνουν αντίθετα στη θέλησή σας, όσο δίκαιη κι αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη Μαρτυρεί την Υπαρξη Εγωισμού. Προσέχετε τον Εγωισμό, που Κρύβεται κάτω από τη Μορφή του Δικαιώματος. Προσέχετε και την άκαιρη λύπη, δημιουργείται ύστερ’ από έναν δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική… θλίψη για όλα αυτά είναι του πειρασμού.

Μία είναι η αληθινή θλίψη. Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε καλά την Αθλια Κατάσταση της Ψυχής μας. Όλες οι άλλες θλίψεις δεν έχουν καμιά Σχέση με τη χάρη του Θεού.

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

Saturday, January 6, 2018

Να προσεύχεσθε για τους συγγενείς σας.. ( Άγιος Πορφύριος )

Να προσεύχεσθε για τους συγγενείς σας χωρίς να αγχώνεσθε για τη σωτηρία τους, γιατί έτσι χάνετε την επικοινωνία σας με τον Χριστό και δείχνετε ολιγοπιστία. Να τα αναθέτετε όλα με εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού.

Άγιος Πορφύριος  

Wednesday, January 3, 2018

Η τέλεια Αγάπη για τον Θεό... ( Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ )

Όποιος απέκτησε την τέλεια αγάπη για τον Θεό, ζει σ’ αυτή τη ζωή σαν να μην υπάρχει.

Είναι ξένος για τα γήινα και περιμένει ανυπόμονα τα αιώνια. Έχει αλλοιωθεί ολόκληρος από την αγάπη του Θεού και δεν δεσμεύεται από καμία άλλη αγάπη.

Όποιος αγαπά τον εαυτό του, δεν μπορεί να αγαπά τον Θεό. Όποιος χάριν της αγάπης του Θεού δεν αγαπά τον εαυτό του, εκείνος αγαπά τον Θεό.

Αυτός που αγαπά πραγματικά τον Θεό θεωρεί τον εαυτό του ξένο και πάροικο στη γη αυτή. Και τούτο, γιατί προσπαθώντας να ενώσει νου και καρδιά με τον Θεό αφοσιώνεται μόνο σ’ Αυτόν.

Ψυχή που αγάπησε ολοκληρωτικά τον Θεό, κι όταν ακόμη χωρίζεται από το σώμα, δεν θα φοβηθεί τον εναέριο άρχοντα. Θα πετάξει μαζί με τους αγγέλους σαν από ξένη χώρα στην ουράνια πατρίδα της.

Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Monday, January 1, 2018

Η πολύχρονη υπομονή, που έφερε άμετρη τη χάρη του Θεού ( Άγιος Ισαάκ ο Σύρος )

Ένας από τους Αγίους πατέρες είπε: Ήταν ένας Γέροντας Αναχωρητής, τίμιος, και πήγα μια φορά σ’ αυτόν, όταν ήμουν καταπονημένος από τους πειρασμούς.

Αυτός ήταν άρρωστος και κατάκοιτος και, αφού τον χαιρέτησα, κάθισα κοντά του και του είπα:
- Κάνε μια ευχή για μένα, πάτερ, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων.

Και ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και μου είπε:
- Παιδί μου, εσύ είσαι νέος και δε θ’ αφήσει ο Θεός να καταπονηθείς από αβάσταχτους πειρασμούς.

Κι εγώ του είπα:
- Και νέος είμαι και πειρασμούς έχω από πολύ ενάρετους ανθρώπους.

Κι εκείνος πάλι μου είπε:
- Λοιπόν, ο Θεός θέλει να σε κάνει σοφό.

Κι εγώ είπα:
- Πώς θα με κάνει σοφό; Εγώ κάθε μέρα γεύομαι το θάνατο της ψυχής.

Κι εκείνος αμέσως απάντησε:
- Σώπα, παιδί μου. Είπα ότι σε αγαπά ο Θεός και θα σου δώσει τη χάρη του.
Και πρόσθεσε:
- Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τριάντα χρόνια πολέμησα με τους δαίμονες και επί είκοσι χρόνια δε φάνηκε να μη βοήθησε καθόλου ο Θεός. Κι όταν πέρασε το εικοστό πέμπτο, άρχισα να βρίσκω κάποια ανάπαυση, που με τον καιρό γινόταν πιο μεγάλη.
Μετά το εικοστό έβδομο και το εικοστό όγδοο έτος η ανάπαυση της ψυχής μου γινόταν πολύ πιο έντονη. Και τώρα που περνάει το τριακοστό έτος και κοντεύει να τελειώσει, τόσο στερεώθηκε μέσα του η ανάπαυση, ώστε δεν μπορώ να την υπολογίσω και να τη μετρήσω.
Και τελείωσε ο γέροντας με αυτά τα λόγια:
- Όταν θελήσω να σηκωθώ για να προσευχηθώ, τρεις ψαλμούς προφταίνω να πω με το στόμα μου και από κει και πέρα, τρεις μέρες να στέκομαι όρθιος, αισθάνομαι έκσταση κοντά στο Θεό και δεν καταλαβαίνω καθόλου κούραση. Βλέπεις τώρα, τι άμετρη ανάπαυση μου προξένησε η πολύχρονη εργασία της υπομονής;.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

Wednesday, December 27, 2017

Θαύμα - Άγιος Εφραίμ Μεγαλομάρτυρας Νέας Μάκρης


Ήταν απόγευμα, ένα από τα συνηθισμένα πολυτάραχα απογεύματα στο κέντρο της Αθήνας. Ο κόσμος ουρά στην στάση της Ομονοίας των ΤΑΞΙ.

- Κουκάκι, παρακαλώ!… – Ευχαρίστως, του απαντώ, και αυτός ήταν όλος ο διάλογος μέχρι τέλους της διαδρομής, διότι το ύφος και ο τρόπος δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζητήσεως. Στο ύψος του Αγίου Ιωάννου (Γαργαρέτας) και επί της οδού Βεΐκου κατέβηκε, και λίγα μέτρα πιο κάτω ένα άλλο χέρι με το χαρακτηριστικό νεύμα με σταματάει.
Ήταν νεαρός ο καινούργιος μου επιβάτης 25-27 ετών περίπου, μετρίου αναστήματος και κρατούσε μια βαλίτσα. Τοποθετώντας εγώ ταπράγματα του στο «πόρτ-μπαγκάζ», ο νεαρός κάθησε στην θέση του συνοδηγού.
Και με μια ποιητική έκφραση, που σπάνια χρησιμοποιούσα κατά το παρελθόν: «Σαν Βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, ναύχεσαι ναναι μακρύς ο δρόμος σου, μεγάλο το ταξίδι», υπονοούσα: «για που πάμε;»
- Ναι, φίλε μου, για την Ιθάκη, όμως όχι για το νησί, όπως θα φαντάστηκες, άλλα για το αποτοξινωτικό κέντρο «Ιθάκη»…, ήταν η απάντησις που για λίγα δευτερόλεπτα με άφησε άναυδο.
- Στον σταθμό Λαρίσης στα τραίνα, παρακαλώ…, συμπληρώνει:
Ήταν αναπάντεχη πράγματι η απάντησις του νεαρού επιβάτου μου, διότι τίποτε από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (ματιά, ύφος, ενδυμασία, συμπεριφορά) δεν πρόδιδε το επάρατο πάθος της ναρκομανίας του. Ένα πλήθος συναισθημάτων, (πόνου, λύπης, συμπάθειας, αγάπης…), διαδέχονταν το ένα το άλλο μέσα μου, ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά μου που την έκανε να κινείται άτακτα μέσα στα στήθος μου, ένα δάκρυ κύλησε στα μαγουλά μου για το κατάντημα του αδελφού μου, για το πλάσμα του Θεού μου. Προσπάθησα να συγκρατηθώ, διότι ήθελα και να μάθω κάτω από τι συνθήκες έφθασε εκεί πού έφθασε, επειδή είμαι και εγώ πατέρας με παιδιά στα πρόθυρα της εφηβείας.
Αφού αλληλοσυστηθήκαμε, παρακάλεσα τον Παύλο, αν δεν του έκανε κακό το φρεσκάρισμα τέτοιων γεγονότων και αν δεν τον εκούραζε, να μου έλεγε λίγα πράγματα γύρω από τη ζωή του και από το πάθος του.
Με προθυμία ανταποκρίθηκε στην παράκληση μου και τον ευχαριστώ.
«Κατ’ αρχήν έχω να πάρω δύο μήνες απ’ αυτό το δηλητήριο και νοιώθω όπως όλοι οι άνθρωποι οι φυσιολογικοί. Δεν έχω καμμία επιθυμία για να το ξαναβάλω στο αίμα μου και αυτό το οφείλω όχι σε κάποια προσπάθεια δική μου, άλλα εξ ολοκλήρου στην θαυμαστή δύναμη του Θεού και των Αγίων Του. αλλά ας σου τα πω απ’ την αρχή αφού τόσο πολύ το θέλεις.
Γεννήθηκα και μέχρις οκτώ ετών μεγάλωσα στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Κουκάκι εκεί που με πήρες. Είμαι μοναχοπαίδι και οι γονείς μου με αγαπούν παθολογικά, χωρίς να μου χαλούν κανένα χατίρι. Σε ηλικία λοιπόν οκτώ ετών, μαζί με τους γονείς μου εφύγαμε για την Αμερική για καλύτερη ζωή.
Οι γονείς μου με τη βοήθεια των συγγενών μου εκεί έπιασαν δουλειά και εγώ επήγαινα στο σχολείο.
Μεγαλώνοντας όμως μεγάλωναν μαζί μου και οι παράλογες επιθυμίες μου και τα “βίτσια” μου. Έμπλεξα λόγω χαρακτήρος εύκολα με άσχημες παρέες και πολύ γρήγορα δοκίμασα την μαριχουάνα και το χασίς. Περνώντας ο καιρός και τα χρόνια δε με ικανοποιούσαν τα ελαφρά ναρκωτικά ούτε εμένα ούτε και την παρέα μου. Το ρίξαμε λοιπόν όλοι στα σκληρά ναρκωτικά, που τα βρίσκαμε στο ίδιο περιβάλλον και με την ίδια ευκολία, όπως και τα ελαφρά. Αυτά όμως ήταν ακριβά κι’ εγώ δεν εργαζόμουν. Στην αρχή έκλεβα από τις τσέπες και τα πορτοφόλια των γονιών μου. Όταν όμως με τον καιρό είχα ανάγκη από μεγαλύτερες δόσεις και σε σημείο που έγινα αντιληπτός από τους γονείς μου, τότε μέχρι και που τους έδερνα για να τους τα παίρνω. Η κατάστασή μου ήταν δραματική το καταλάβαινα, άλλα δεν μπορούσα να κάνω πίσω με τίποτα. Οι γονείς μου με έτρεχαν σε γιατρούς και σε ψυχολόγους μήπως καταφέρουν κάτι, άλλα τίποτε, κανένα φως από πουθενά, μερικοί και μάλιστα διακεκριμένοι επιστήμονες τους έλεγαν, ότι αν δεν αλλάξω σύντομα περιβάλλον, λίγος είναι ό καιρός της ζωής μου.
Στο διάστημα αυτό και καθώς ήμουν μόνος μου στο σπίτι σε κατάσταση απελπισίας, εμφανίζεται μπροστά μου ένας παράξενος επισκέπτης πού για πρώτη φορά τον έβλεπα. Ήταν μέτριος στο ανάστημα, είχε στρογγυλά και πολύ μεγάλα μάτια πού περιστρεφόντουσαν, είχε μαύρο και δασύ τρίχωμα, του οποίου το μήκος θα ξεπερνούσε τα δεκαπέντε εκατοστά. Επίσης είχε κέρατα και ουρά. Είχε μία τρανταχτή σταθερή φωνή και φοβερή πειθώ που δεν σου άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις.
Άρχισε να απαριθμεί την ζωή μου από τότε που γεννήθηκα μέχρι εκείνη την στιγμή με κάθε λεπτομέρεια κι’ εγώ απλώς έλεγα: “Ναι”. – Όλα τα έχεις απολαύσει, μου λέει στο τέλος, τίποτα δεν σου μένει πια, παρά ναρθής μαζί μου… Του απαντώ. “Πώς;”
- Θα πάρεις το αυτοκίνητο, μου λέει, και θ’ ακολουθήσεις τον τάδε δρόμο, θα τρέξεις με τόσα μίλια (δεν θυμάμαι τον αριθμό) κι’ εκεί θα σε περιμένω εγώ… Ό δρόμος αυτός ήταν ευθύς για πολλά μίλια και σε κάποιο σημείο είχε μιά ελαφρά στροφή, ώστε όσοι έτρεχαν μευπερβολική ταχύτητα έβγαιναν έκτος δρόμου και προσέκρουαν σ’ ένα μανδρότοιχο που δεν γλύτωναν. Είχα ακούσει για πολλά ατυχήματα στο σημείο εκείνο κατά το παρελθόν. Έκανα όπως ακριβώς μου είπε και κατέληξα κι’ εγώ στον μανδρότοιχο. Το αυτοκίνητο έγινε σχεδόν αγνώριστο κι’ εμένα μ’ έβγαλαν με μικροτραύματα. Αφού μου προσέφεραν τις πρώτες Βοήθειες, επήγα στο σπίτι μου.
Επέρασαν δέκα ήμερες περίπου από το ατύχημα μου και εμφανίζεται στο σπίτι μου, στην κουζίνα αυτή τη φορά, ό ίδιος παράξενος επισκέπτης. Μια γκριμάτσα δυσφορίας στο άγριο και επιβλητικό πρόσωπό του, ένα κούνημα της κεφαλής προς τα πίσω, και ή ίδια χαρακτηριστική φωνή του μου λέγει: – Τίποτα δεν κατάφερες.
Καθόμουν και τον κοίταζα σαν απολιθωμένος και μόλις που κατάφερα να τον ρωτήσω:
- Τί να κάνω;
- Τώρα θα πάρεις τρεις φορές δόση απ’ αυτό που παίρνεις και θάρθης σίγουρα μαζί μου.
Εξαφανίστηκε αυτός και δεν αναρωτήθηκα, ούτε πώς μπήκε στο σπίτι ούτε ποιος ήταν.
Έβαλα σε εφαρμογή αμέσως το σχέδιο.
Ετοίμασα το υλικό στην σύριγγα κι’ έψαξα να βρω μέρος στο κατάσπαρτο από τα τρυπήματα σώμα μου. Η δόσις ήταν μεγάλη κι’ έπεσα αμέσως αναίσθητος. Καθώς Βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση, Βλέπω έναν ψηλό με ράσα με μαύρο σκουφί που στο μέτωπό του ήταν χαραγμένος Σταυρός. – Μη φοβάσαι, μου είπε, θα γίνεις καλά και όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα, ναρθής στο σπίτι μου, είμαι ο Εφραίμ…
Σηκώθηκα σαν να μην είχα πάρει εντελώς απ’ αυτό το καταραμένο δηλητήριο. Ένοιωσα την επιθυμία να φύγω για την Ελλάδα και μόλις το είπα στη μητέρα μου απόρησε και το θεώρησε θαύμα, διότι πολλές φορές προσπάθησαν να με διώξουν απ’ αυτό το περιβάλλον και δεν τα κατάφερναν.
Εξιστόρησα στην μητέρα μου τα όσα μου είχαν συμβεί και θέλησε να με συνόδευσει στο ταξίδι μου. Όταν ήρθαμε στην παλιά μου γειτονιά, πήγαμε στον Ιερέα της Ενορίας εκεί και απ’ αυτόν έμαθα, ποιος ήταν αυτός ό παράξενος επισκέπτης και τι ζητούσε από μένα. Ήταν ό διάβολος και ζητούσε την αθάνατη ψυχή μου. Ευχαριστώ τον Θεό μέσα από τα τρίσβαθα της ψυχής μου. Αφού εξομολογήθηκα και νήστεψα, ό Ιερέας με κοινώνησε σε δεκαπέντε μέρες. Όταν είδα την εικόνα του Αγίου Εφραίμ, θυμήθηκα ότι αυτός ήταν πού μεγλύτωσε από το φοβερό μου πάθος.
Επήγα στην Ν. Μάκρη κι’ έκανα Λειτουργία κι’ ευχαρίστησα τον άγιο. Τώρα πηγαίνω σ’ αυτό το Ίδρυμα, για να ξεφύγω λίγο από τον κόσμο και να σιγουρευτώ, ότι δεν το αποζητώ».
Κ.Σ., Αθήνα

Monday, December 25, 2017

Ήρθε πάλι η Αγαθή Ημέρα.. ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )

Ο Χριστός γεννήθηκε, παιδιά του Θεού! Ήρθε πάλι η Αγαθή Ημέρα. Ο λαός ονομάζει Αγαθή Ημέρα όλες τις γιορτές που γιορτάζει. Όμως τα Χριστούγεννα είναι η πρώτη χριστιανική Αγαθή Ημέρα, που με το φως της φώτισε τα παιδιά του Αδάμ και έβαλε τη χαρά στις ψυχές τους. Η πρώτη γλυκιά μέρα στις πολλές χιλιάδες πικρών ημερών του κόσμου που δεν γνώριζε το Θεό, του ειδωλολατρικού κόσμου.

Τα Χριστούγεννα είναι η Αγαθή Ημέρα λόγω του αγαθού Βασιλιά, που τούτη τη μέρα επισκέφθηκε τον κόσμο. Οι πόλεις σκαλίζουν στο ξύλο και στην πέτρα εκείνη τη μέρα, την οποία τους επισκέφθηκε ο κάποιος γήινος βασιλιάς. Εμείς ας σκαλίζουμε στις καρδιές μας την επίσκεψη του ουράνιου Βασιλιά. Το ξύλο θα σαπίσει, η πέτρα θα φθαρεί, ενώ εκείνο που είναι γραμμένο στην καρδιά θα ξεπεράσει το ναυάγιο του θανάτου και θα μπει στην αιωνιότητα. Οι άγιοι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια όπως ανασαίνουν έτσι στην καρδιά να αναφέρουν το όνομα του Βασιλιά Χριστού. Όταν τα θηρία σπαράξανε τον άγιο Ιγνάτιο στο Κολοσσαίο, βρέθηκε η καρδιά του ολόκληρη, και στην καρδιά σαν σκαλισμένα δύο γράμματα Ι(ησούς) Χ(ριστός).

Τα Χριστούγεννα είναι Αγαθή Ημέρα λόγω της ζωής, που αγγέλθηκε μέσω του Ιησού Χριστού. «Καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη», γράφει ο απόστολος Ιωάννης, «καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν» (Α΄ Ιωάν. 1,2). Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να αποκαλυφθεί στους ανθρώπους και να τους προσκαλέσει στο αιώνιο συμπόσιο της ζωής. Και ο καθένας που δέχθηκε το κάλεσμα και πίστεψε στον Αναμάρτητο, άρχισε να αισθάνεται την πείνα όχι πια για τα ψίχουλα της ζωής αλλά για την πλήρη ζωή, για τη θεϊκή πληθώρα του τραπεζιού της ζωής. Όταν ο κακός βασανιστής πρότεινε στον άγιο μάρτυρα Ζηνόβιο, να διαλέξει ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο ο άγιος του απάντησε: «Η ζωή χωρίς τον Χριστό δεν είναι ζωή αλλά θάνατος, ενώ ο θάνατος ένεκεν Χριστού δεν είναι θάνατος αλλά ζωή».

Τα Χριστούγεννα είναι Αγαθή Ημέρα και λόγω της αγάπης, που αναγγέλθηκε μέσω στου Βασιλιά Χριστού. «ἴδετε. ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατὴρ ἵνα τέκνα θεοῦ κληθῶμεν» (Α΄Ιωάν. 3,1), γράφει ο αυτόπτης του Χριστού. Πριν από τον Χριστό το ανθρώπινο γένος δεν ήξερε για την αγάπη του Πατέρα προς τα παιδιά ούτε των παιδιών προς τον Πατέρα. Όμως με τη γέννηση στον κόσμο του Υιού του Θεού, του Μονογενή, άνοιξαν τα μάτια στους ανθρώπους για έναν άγνωστο Γονέα στους ουρανούς και για τη μέχρι τότε άγνωστη αγάπη, την ουράνια. Ζεσταμένη με τούτη την ουράνια αγάπη, πέταξε η αγία Αικατερίνη το γήινο αυτοκρατορικό στεφάνι, και δέχθηκε τον θάνατο επάνω στον τροχό! Και παρόμοια μ’ εκείνη πόσες ομάδες και στρατί και λαοί, κοινώνησαν με το πυρ εκείνης της ουράνιας αγάπης, βάδισαν στον θάνατο, πετώντας το σώμα από πάνω τους σαν άχρηστο υφασμάτινο κουρέλι!

Τελικά τα Χριστούγεννα είναι η Αγαθή Ημέρα ακόμα και εξαιτίας της ειρήνης και της δύναμης, της σοφίας και της χάριτος και του, γεμάτου με πλούτη, ουρανού που μέσω τούτης της μέρας αγγέλθηκαν στον κόσμο με τη φανέρωση του Υιού του Θεού. Με τη φανέρωση του Βασιλιά και Διακόνου, του Άρχοντα και Μάρτυρα, του Φίλου και Κυνηγημένου, του Νεκρού και Αναστημένου.

Εύχομαι να σας ανοίξει ο Κύριος την πνευματική όραση, να δείτε όλα τα πλούτη που μας αναγγέλθηκαν και προσφέρθηκαν με τη γέννηση του Υιού του Θεού.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Wednesday, December 20, 2017

Προσευχή στον Ιησού Χριστό ( Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου )

Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ καταπληκτική καί ὑπερκαλή ὡραιότης, σέ δοξολογῶ, γιατί ἔχεις συγχρόνως θέληση καί δύναμη εὐεργετική.
Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ ἀληθινή ὁδός, ἡ πεντακάθαρη ἀλήθεια καί ἡ εὐτυχισμένη ζωή, σ’ εὐχαριστῶ γιατί μέ ὁδήγησες στό φῶς τῶν θείων καί ζωοπάροχων λόγων σου.
Ἰησοῦ, πού ἀνοίγεις τήν καρδιά σου σ’ αὐτούς πού χτυποῦν, μέ λύπη μου σού λέω ὅτι ποτέ δέν ἄνοιξα τήν καρδιά μου νά μπεῖς μέσα.
Ἰησοῦ, πού καθάρισες μ’ ἕνα σου λόγο τούς δέκα λεπρούς, σού λέω ὅτι καί ἐγώ εἶμαι λεπρός καί ἔχω ἀνάγκη νά καθαριστῶ, ξεχωριστά μάλιστα ἀπ’ τά κρυφά ἁμαρτήματά μου.
Ἰησοῦ, ἐσύ πού τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τή μετέπλασες σέ ἁγνή παρθένο, προφύλαξε μέ ἀπό τό ἁμάρτημα αὐτό.
Ἰησοῦ, πού βαφτίστηκες στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, δός μου δάκρυα μετανοίας γιά νά πλύνω τίς ἁμαρτίες μου.
Ἰησοῦ, πού εἶσαι ἡ ζωοποιός καί γλυκύτατη ζεστασιά, ζέστανε μέ τόν ψυχρανθέντα.

Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου

Monday, December 18, 2017

Η θαυμαστή εμφάνιση του Αγίου στη ζωή μου ( Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς )

Η θαυμαστή εμφάνιση του Αγίου στη ζωή μου.
Με ρώτησες ως ευφυής και ευγενής ηλεκτρονικός φίλος, από πού κατάλαβα ότι ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (Μαξιμόβιτς είναι το ορθότερο αλλά εμείς οι Έλληνες πήραμε λίγο λάθος τον τόνο) ήταν αυτός που βοήθησε τη μάνα μου, στην αρρώστια της.
Δύσκολο να το εξηγήσει κάποιος.
Πολύ δύσκολο να το εξηγήσω συνοπτικά σε άνθρωπο με σπουδές και λογική Δυτικού τύπου.
Πολύ δύσκολο έως και αδύνατο, θα έλεγα, όμως...μια και μου έθεσες το ερώτημα θα προσπαθήσω να αρθρώσω δυο λόγια και αν με χαρακτηρίσεις ως τρελή για δέσιμο- καμία κακία δεν θα κρατήσω!

Είχα πρωτοακούσει απο το σύνευνο Πέτρο για τον άγιο Ιωάννη Μαξιμόβιτς.

Είχα ακούσει ότι οι Αμερικανορώσοι που τον γνώρισαν, τον ευλαβούνταν ως άγιο, ωστόσο
κ α μ ί α απολύτως σημασία δεν έδινα.
Ομολογώ την αδιαφορία μου.
-Εντάξει τώρα!
Δεν ήταν παρά ένας γέρος ρασοφόρος.
Εντάξει.
Δεν θα δεχτώ ότι όποιος είναι γέρος και ρώσος παπάς ότι είναι αυτομάτως και άγιος, μην τρελαθούμε , κυρία μου!
Είμαι χαζή και γραία, αλλά τόοοσο ηλίθια πια δεν είμαι!

Έτσι προσπερνούσα το θέμα και δεν το έκανα ζήτημα.
Το πιο βασικό μου εμπόδιο, νομίζω πως ήταν, η αίσθηση που είχα για τους αγίους, παιδιόθεν.
Οι άγιοι,ας πούμε,για την παιδική μου συνείδηση, έπρεπε να έχουν ζήσει τουλάχιστον πριν απο τριακόσια χρόνια, ήταν μάλλον αγέλαστοι και σχεδόν, όταν θα ζούσαν - δεν θα πήγαιναν καν στην τουαλέτα!

Ο Ιωάννης Μαξιμόβιτς, εκοιμήθη εν Κυρίω, το 1966, στο Σαν Φρανζίσκο

(το άγιο σώμα του, σώζεται ακέραιο στο ναό της ΠΑΝΤΩΝ ΘΛΙΒΟΜΕΝΩΝ Η ΧΑΡΑ, που έχτισε ο ίδιος στην ίδια πόλη)

Ο Άγιος Ιωάννης βρέθηκε πολύ κοντά στην εποχή μου,πώς να πιστέψω ότι ήταν άγιος;

Μα υπάρχουνε άγιοι σήμερα;

-Οχι, όχι, δεν το πίστευα,ότι ήταν άγιος, που να με κρέμαγες απο το σύρμα με μανταλάκια!

Κατά την ταπεινή μου άποψη,απο το 1981 που πρωτοάκουσα γι αυτόν, μέχρι το 2001- που ζήτησα τη βοήθειά του με πόνο ψυχής,
ήταν απλώς, ένας καλός, ίσως, πλην, εντελώς πεθαμένος, γέρος δεσπότης.

Εδώ, γιατρέ μου, να ανοίξω μια παρένθεση και να εξηγήσω, ότι δεν υπάρχει ιστορικό ψυχασθένειας στην οικογένειά μου, ότι δεν μου έχουν χρειαστεί ποτέ χάπια, ότι έχω άριστες σχέσεις με τους συνεργάτες στη δουλειά, και τους γείτονες, οτι έχω φίλους που με αγαπάνε και ότι γενικά, αυτό που λέμε αλαφροίσκιωτη,ποτέ δεν υπήρξα.

Αν άκουγα απο κάπου καμιά μεταφυσική αναφορά περίεργη, περιγελούσα απο μέσα μου,τη νοσηρή φαντασία του θρησκειόπληκτου.

Απέξω μου, δεν έδειχνα, βέβαια μεγάλη αγένεια.

Άκουγα απλά, με επιφύλαξη, όπως οι ψυχίατροι που ακούνε τα μύρια, κουνώντας το κεφάλι τους, ευγενικά και μέ άπειρη-δήθεν-κατανόηση...

Εις πείσμα, όμως, όλων των προηγούμενων παραμέτρων, ο Ιωάννης ο Μαξιμόβιτς, παρότι πεθαμένος, ήταν πιο ζωντανός και πιο δυνατός απο την αφεντιά μου, και με προσέγγισε και με συγκίνησε με μια σειρά απο απίστευτες συμπτώσεις που μόνο απλές συμπτώσεις δεν ήταν.
Η μεταστροφή του συναισθήματος που επιτεύχθηκε μέσω αυτών, υπήρξε για μένα, εντυπωσιακή και απροσδόκητη...
.................

Λίγο καιρό, αφότου άρχισα να εξετάζω το ενδεχόμενο της γνήσιας αγιότητας του πεθαμένου ρώσου δεσπότη, συνέβη η ασθένεια της μητέρας μου.
Για ένα ολόκληρο μήνα σφάδαζε με ασταμάτητους πόνους.
Κανένα παυσίπονο δεν μπορούσε να την ανακουφίσει.
Ίσως έπρεπε να πάρει μορφίνες...
Ο πατέρας μου, είχε περιέλθει σε απελπισία.
Ισα που δεν έκλαιγε, καθώς μου διεκτραγωδούσε την κατάσταση τηλεφωνικά.
Κλείνοντας τη συνομιλία μαζί του, η ψυχή μου ήταν βαριά.
Σκεπτόμενη τους αφόρητους πόνους της μάνας μου, έπεσα στα πατώματα,μπροστά στις εικόνες μου, με δάκρυα ποτάμι και φώναξα αυθόρμητα αυτόν
(πώς μου ήρθε η μορφή του στη μνήμη;ήταν τα προηγηθέντα θαυμαστά σκηνικά που τα παραλείπω)
τον άγνωστο μέχρι χτες,για μένα,ταπεινότατο ρώσο επίσκοπο,του φώναξα να βοηθήσει τη μητέρα μου, και να της σταματήσει τους πόνους που την βασάνιζαν.

Ηταν βράδυ που έκανα αυτή την επώδυνη προσευχή.

Κοιμήθηκα έτοιμη για τα χειρότερα.

Την άλλη μέρα, χτύπησε το τηλέφωνο.

-Κόρη έγινε θαύμα! άκουσα την εκστατική φωνή του πατέρα μου.

-Η μάνα σου ξύπνησε σήμερα και είναι απολύτως καλά!

Δεν την πονάει τίποτα!

Πραγματικά, δεν πίστευα αυτό που άκουγα!

Καθυστέρησα λίγες μέρες μέχρι να το πιστέψω...

Η μητέρα μου, μετά απο έναν περίπου ατελείωτο μήνα νυχθήμερης οδύνης,μετά την επίκληση του Αγίου Ιωάννη του Μαξιμόβιτς, σηκώθηκε χωρίς κανένα πόνο!

Τις επόμενες μέρες, κάναμε την αξονική και το σπινθηρογράφημα και ενώ η αξονική και το σπινθηρογράφημα, όπως και οι ακτινογραφίες έδειχναν έναν άγριο καρκίνο στα κόκκαλα, εκείνη για πέντε επόμενα έτη ήταν όρθια, χωρίς κανένα πόνο, κανένα παυσίπονο και απολύτως λειτουργική σε όλα της!

Εζησε άλλα τρεισήμισι χρόνια-μετά απο συντριπτικό κάταγμα λεκάνης- κατάκοιτη, ειρηνική,χαρούμενη θα έλεγα, πλην όμως χωρίς πόνο...

Ετσι και παρέδωσε το φιλόσοφο πνεύμα της...

Το πιστεύεις;
Μέχρι και ο ορθολογιστής επιστήμονας ο άντρας μου, είπε ότι έγινε θαύμα μέγα

(όλοι κολυμπάμε στα θαύματα,αδιαλείπτως, απλά κάποια θαύματα, είναι ...θαυμασιότερα!)

Επειδή επικαλέστηκα το όνομα του Αγίου Ιωάννη και προέκυψε το λυτρωτικό αποτέλεσμα απροσδόκητα, και ανέλπιστα, γι αυτό, η ψυχή μου έχει την
ε σ ω τ ε ρ ι κ ή βεβαιότητα, ότι ο Άγιος Ιωάννης, ήταν εκείνος που τη βοήθησε...

Αυτή είναι η εμπειρία των απλών πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων...

Αργότερα συνδέθηκα συναισθηματικά, με τον άγιο Ιωάννη, ακόμη περισσότερο,καθώς διάβασα το βίο του, καθώς είδα ότι αγαπούσε και αυτός πολύ τους δια Χριστόν Σαλούς και ότι είχε κι αυτός, για κολλητό,ένα περιστεράκι...

Οι Άγιοι, είναι τα μεγαλύτερα αδέρφια μας, αν θες, είναι οι πνευματικοί οδηγοί μας.

Προετοιμάζουν το δρόμο μας, για την εντός ημών Βασιλεία, θέλω να με πιστέψεις...

Τώρα, θα μου πεις , γιατρέ μου:

-Μανδάμ Σαλογραία! τι κάθεσαι και μας λές!
Γιατί να ασχολούνται οι Άγιοι μαζί μας;

-Είναι απλό.
Επειδή,σχεδόν- κατά το υπόδειγμα του απείρως Αγαπήσαντος ημάς- μέχρι θανάτου,μας αγαπάνε!
Και όταν αγαπάς κάποιον και σου ζητάει βοήθεια, τρέχεις-αν πρέπει, διότι πάντα υπάρχει και ένα μυστικό πρέπει που ρυθμίζει τα μύρια αιτήματα των ανθρώπων- και κάνεις για κείνον το καλύτερο.

Και η Αγάπη ζεί και πέρα απο τον τάφο, για όσους έχουν μετατρέψει την καρδιά τους,σε Ναό του Παναγίου Πνεύματος.

Η Αγάπη του Άναστημένου Χριστού και των Αγίων Του, είναι πιο δυνατή απο το θάνατο.

Μέχρι μυελού των οστέων της μάνας μου, αυτό,

το ψηλάφησα!

Saturday, December 16, 2017

Monastics and the world... ( Saint Silouan the Athonite )

The world is upheld through the prayers of the Saints.The monk is called, that he might pray on behalf of the world, for this is his whole being. In this resides his service, and because of this he should not be burdened by worldly cares. 
 
The monk must live in continuous continence. If, however, he is occupied by worldly cares, then he is forced to eat more, and from this comes injury in general, for he who eats as is appropriate cannot pray in a befitting manner. Grace loves us to live in a body withered through asceticism.

Saint Silouan the Athonite

Thursday, December 14, 2017

Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό ( Αγιος Παϊσιος )

Κοίταξε να πετάξεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε πετάξει ο εαυτός σου. 
Αν πετάξεις τον εαυτό σου, μετά θα πετάς. Τι τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους. 
 
Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι δεν έχεις τίποτα δικό σου και τίποτε δεν μπορείς να κάνεις χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Αν λοιπόν καταλάβεις πως ότι καλό κάνεις είναι από τον Θεό και όσες χαζομάρες κάνεις είναι δικές σου, τότε θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και θα απαλλαγείς από την αυτοπεποίθηση. 
 
Σε κάθε σου ενέργεια, ακόμη και στην παραμικρή σου κίνηση, κέντρο να είναι ο Θεός. Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό.

Αγιος Παϊσιος

Tuesday, December 12, 2017

Ο Άγιος Σπυρίδων. Προστάτης των Φτωχών, Πατέρας των Ορφανών, Δάσκαλος των Αμαρτωλών (Κόντογλου Φώτης)



O άγιος Σπυρίδωνας είναι ένας από τους πλέον τιμημένους αγίους της Oρθοδόξου Eκκλησίας, που τον επικαλούνται οι χριστιανοί στις περιστάσεις όπως τον άγιο Nικόλαο, τον άγιο Γεώργιο και τον άγιο Δημήτριο. Tο τίμιο λείψανό του το έχει η Kέρκυρα, όπως η Zάκυνθος έχει το λείψανο του αγίου Διονυσίου κ' η Kεφαλληνία τον άγιο Γεράσιμο.



Γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου στο νησί της Κύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Χριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Χριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους, όπως έκανε με κάποιους μαυραγορίτες που γκρέμνισε τις αποθήκες που φυλάγανε το σιτάρι, ενώ ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, και καταπλακωθήκανε μαζί με το σιτάρι: "και μελετώμενον λιμόν παρά των σιτοκαπήλων, έλυσε, συμπεσουσών αυτοίς, των αποθηκών αις τον σίτον συνέσχον". Kαι μ' όλα αυτά εζούσε με τόση φτώχεια, που σαν πήγε κάποτε ένας φτωχός να τον βοηθήσει για να πληρώσει κάποιο χρέος του, δεν είχε να του δώσει τίποτα, και με θαύμα έκανε μαλαματένιο ένα φίδι που βρέθηκε σ' εκείνο το μέρος, και το έδωσε στον φτωχό, κ' εκείνος το έλιωσε και πλήρωσε το χρέος του. Άλλη φορά πάλι έγινε κατακλυσμός, και τα ποτάμια ξεχειλίσανε και πλημμύρισε η χώρα, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε και τραβήξανε τα νερά και στέγνωσε ο νεροπατημένος τόπος. Γιάτρεψε και τον βασιλέα Kωνσταντίνον που είχε αρρωστήσει από κάποια αγιάτρευτη αρρώστια, ένα διάκο που βουβάθηκε τον έκανε καλά, κακούς και πλεονέκτες ανθρώπους ετιμώρησε με υπερφυσική δύναμη, και πλήθος άλλα θαύματα έκανε, ώστε να τον φοβούνται οι άδικοι κ' οι αδικημένοι να τον έχουνε για προστάτη και καταφύγιο. Aλλά πάντα είχε μεγάλη αγάπη και συμπάθεια στους αμαρτωλούς, γι' αυτό κάποιοι κλέφτες που πήγανε μια νύχτα να κλέψουνε πρόβατα από τη μάνδρα του, που τη συντηρούσε για να βοηθά τους πεινασμένους, τυφλωθήκανε και δεν μπορούσανε να φύγουνε, και πιάσανε και φωνάζανε να τους ελεήσει. Kι' ο άγιος όχι μοναχά τους ξανάδωσε το φως τους, αλλά τους χάρισε κ' ένα κριάρι, γιατί, όπως τους είπε, είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύχτα, κι' αφού τους νουθέτησε νάναι καλοί άνθρωποι, τους έστειλε στα σπίτια τους χωρίς να μάθει τίποτα η εξουσία για την κλεψιά που θέλανε να κάνουνε. Προέλεγε δε και όσα ήτανε να γίνουνε με ακρίβεια, ώστε να τον θαυμάζει ο κόσμος σαν ένα υπεράνθρωπο πρόσωπο, αφού από τσομπάνης αξιώθηκε να ανεβεί σε τέτοιο ύψος. Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες.


Όλον τον καιρό που έζησε δεν έπαψε να κάνει θαύματα. Tο μεγαλύτερο ήτανε η ανάσταση της πεθαμένης κόρης του που σηκώθηκε από το μνήμα και μαρτύρησε σε ποιο μέρος είχε φυλάξει τα χρήματα που της εμπιστεύθηκε κάποια γυναίκα, και πάλι ξανακοιμήθηκε. Κάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα.


Αυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων.


Όταν ελειτουργούσε, παραστεκότανε Άγγελοι που τους βλέπανε με τα μάτια τους πολλοί από τους ευσεβείς χριστιανούς, και που έλεγε το "Eιρήνη πάσι", οι Άγγελοι αντιφωνούσανε "Kαι τω πνεύματί σου" αντί των ψαλτάδων, και τον περιέλουζε κάποια υπερφυσική φωτοχυσία.


Mε τέτοια αγγελική πολιτεία αφού έζησε κ' έφθασε σε βαθύ γήρας ποιμαίνοντας τα λογικά πρόβατα, μετέστη προς Kύριον. Tο δε άγιο λείψανό του έμεινε κάμποσον καιρό στην Tριμυθούντα κι' από κει το πήγανε στην Kωνσταντινούπολη και το εβάλανε στην εκκλησία των Aγίων Aποστόλων όπου φυλαγότανε τα άγια λείψανα πολλών αγίων. Kατά τη βασιλεία των Τούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Κερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Μουσείο της Κέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο.


Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Εκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν".


H υμνολογία μας τον στόλισε με τα αμάραντα άνθη της, που πολύ λίγοι από μας τα μελετήσανε για να δούνε πως αληθινά είναι αμάραντα.


"Xαίροις αρχιερέων κανών, της Εκκλησίας αδιάσειστον έρεισμα· το κλέος των Oρθοδόξων, η των θαυμάτων πηγή, της αγάπης ρείθρον μη κενούμενον...". "Πράος και κληρονόμος της γης, Συ, των πραέων αληθώς αναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ο ταις νευραίς των σοφών και απλών σου λόγων, θεία χάριτι, εχθρόν τον παμπόνηρον και παράφρονα Άρειον εναποπνίξας, και το δόγμα το ένθεον και σωτήριον ανυψώσας εν Πνεύματι...". "Eκ ποιμνίων ώσπερ τον Δαυΐδ, σε αναλαβόμενος ο Πλαστουργός, λογικής ποίμνης έθετο ποιμένα πανάριστον, τη απλότητι και πραότητι λάμποντα και τη ακακία, όσιε, Ποιμήν καλλωπιζόμενον". "Mωυσέως το άπλαστον, Δαυΐδ το πράον, Iώβ του Aυσίτιδος το άμεμπτον κτησάμενος, του Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Iερώτατε: O ων ευλογημένος και υπερένδοξος". "Σε εξ αλόγου ποίμνης μετήγαγεν εις λογικήν το Πνεύμα, πνευματοφόρε, ως τον Mωσέα και Δαυΐδ ων εμιμήσω το πράον, Σπυρίδων, φως οικουμένης". Tο απολυτίκιον λέει: "Tης Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων, πατήρ ημών. Διό νεκρά Συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες· και εν τω μέλπειν τας αγίας Σου ευχάς, Aγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς Σοι, Iερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι· δόξα τω σε στεφανώσαντι· δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα".


(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)


Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Friday, December 8, 2017

Η προσευχή καθιστά τους ανθρώπους ναούς του Θεού δια της πίστεως μας. ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Η προσευχή καθιστά τους ανθρώπους ναούς του Θεού δια της πίστεως μας.

Βλέπεις πόση δύναμη έχει η προσευχή και η ικεσία; Καθιστά τους ανθρώπους ναούς του Χριστού.

Και όπως το χρυσάφι και οι πολύτιμοι λίθοι και τα μάρμαρα οικοδομούν τα βασιλικά παλάτια, έτσι και η προσευχή οικοδομεί ναούς του Χριστού. Για να κατοικήσει, λέει ο απόστολος Παύλος, ο Χριστός στις καρδιές μας.

Ποιο μεγαλύτερο εγκώμιο της προσευχής θα μπορούσε να υπάρξει από το ότι κάμνει (τους ανθρώπους) ναούς του Θεού;

Αυτός τον Οποίο δεν χωρούν οι ουρανοί, Αυτός εισέρχεται στην ψυχή η οποία ζει μέσα στην ατμόσφαιρα των προσευχών.

Ο ουρανός είναι θρόνος μου, λέει η Γραφή, και η γη είναι υποπόδιο των ποδιών μου. Ποιο σπίτι θα μου οικοδομήσετε εσείς; λέει ο Κύριος.

Ή ποιος τόπος μπορεί να υπάρξει για διαμονή μου; Και όμως σπίτι οικοδομεί ο Παύλος δια των αγίων προσευχών.

Γονατίζω, λέει, μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, παρακαλώντας να κατοικήσει ο Χριστός δια της πίστεως μέσα στις καρδιές σας.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Tuesday, December 5, 2017

Miracle by St. John Maximovitch



The vestments of St.John Maximovitch
 
A few years ago, in the town of Mulino, Oregon, in the United States, an amazing and wonderful event took place. It involved a godly woman of Russian descent who was a member of the New Martyrs of Russia Orthodox Church, where Father Sergei Sveshnikov is the priest. The vestments of St. John are kept in this parish.
 
This woman was in the last week of her pregnancy (just before the expected day of childbirth), and went to her doctor’s office for the final general check-up. During the check, everyone was shocked as the doctor diagnosed the baby as dead in the woman's womb. She was told that there were birth defects and that she would be forced to give birth to the dead infant immediately. The woman fainted, and when she regained her senses, she was being administered medications that would cause her to begin contractions, labour, and childbirth.
She demanded to stop immediately and asked to call her priest, Father Sergei. When Father Sergei learned what was happening, he told her to do nothing and wait for him. He arrived shortly afterwards with St. John's vestments, and formed them in a cross across the woman's abdomen. To the surprise of everyone, the ultrasound screen showed that the infant’s heart began to beat again! The child was born alive and healthy soon afterwards, and he was named John in honour of the saint.

Saturday, December 2, 2017

A true Christian is made by faith and love of Christ.... ( Saint Herman of Alaska )

A true Christian is made by faith and love of Christ. Our sins do not in the least hinder our Christianity, according to the word of the Savior Himself. He said: I am not come to call the righteous, but sinners to repentance; there is more joy in heaven over one who repents than over ninety and nine just ones. Likewise concerning the sinful woman who touched His feet, He said to the Pharisee Simon: to one who has love, a great debt is forgiven, but from one who has no love, even a small debt will be demanded. From these judgements a Christian should bring himself to hope and joy, and not in the least accept the torment of despair. Here one needs the shield of faith.

Saint Herman of Alaska

Tuesday, November 28, 2017

Death, for men who understand it, is immortality... ( St. Anthony the Great )

Death, for men who understand it, is immortality; while for the simple, who do not understand it, it is death. And one should not fear this death, but ought to fear the perdition of the soul, which is ignorance of God. This is what is terrible for the soul! 
 
Life is the uniting and joining of the mind (spirit), soul and body; while death is not the perdition of these joined parts, but the dissolution of their union; God preserves all this even after the dissolution. Just as a man comes forth from his mother's womb, so does a soul come forth naked from the body. Some are pure and bright, some are spotted by falls, and some are black from many transgressions. That is why the wise and God­loving soul, remembering and considering the calamities and extremities that come after death, lives piously lest it be condemned and subjected to them. But the unbelievers, the mindless in soul, do not perceive and they sin, despising what is to come. 
 
Just as on issuing forth from the womb thou dost not remember what was in the womb, so on issuing forth from the body thou dost not remember what was in the body. Just as on issuing forth from the womb thou becamest better and greater in body, so on issuing forth from the body pure and undefiled, thou wilt be better and incorrupt, abiding in the heavens.

Mortal men ought to care about themselves, knowing in advance that death awaits them. For blessed immortality is the lot of the holy soul when it is good, and death eternal meets it when it is evil. Remember that thy youth is past and thy powers exhausted, while thine infirmities have grown and already the time of thy departure is near, when thou wilt give an account of all thy deeds; and know that there, neither will brother redeem brother, nor will father deliver son. 
 
Always remember thy departure from the body, and do not let eternal condemnation out of thy thoughts; if thou wilt act thus, thou wilt not sin unto the ages. 
 
St. Anthony the Great

Saturday, November 25, 2017

Γεροντισσα Λαμπρινή ( ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ... )

Με πήρε ύστερα η Παναγία σ' έναν κάμπο μεγάλο όσο είναι η Άρτα. Έφθασα σε δυο δρόμους, και ρώτησα ποιόν να διαλέξω. «Όποιον θέλεις εσύ», είπε η Παναγία.

Εγώ πήρα τον ένα δρόμο. Καθώς προχωρούσα έβλεπα γλέντια, γάμους, ανδρόγυνα αγαπημένα, παιδιά, και έλεγα «τι ωραίος κόσμος είναι εδώ»!


--Αχ, έκανε η Παναγία. Έτσι γελιέται ο λαός στον κάτω κόσμο, τον πονηρό...

Άμα άκουσα αυτό δεν ήθελα να προχωρήσω αλλά η Παναγία είπε: «Θα προχωρήσουμε και μη φοβάσαι». Έτσι πήρα θάρρος και προχώρησα.


Συναντήσαμε ένα ποτάμι πύρινο πού τα κύματά του έπεφταν σε τρεις ανθρώπους δικούς μου και φώναζαν...

Η Παναγία μου είπε: «Μην στενοχωριέσαι. Αυτά εργάσθηκαν στην γη, αυτά απολαμβάνουν. Σε άκουγαν όταν τους έλεγες κάτι εσύ; Εγώ τους κάνω το καλό κάθε χρόνο και τους βγάζω από κει από την Ανάσταση μέχρι την Πεντηκοστή».


Πιο πέρα είδα ένα ποτάμι με πίσσα πού κόχλαζε. Κι εκεί έμπαιναν και έβγαιναν κεκοιμημένοι...
Όμως τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν λερώνονταν, παρ’ ότι κυλιόνταν μέσα στις πίσσες. Αλλά τι το θες; Καίγονται μέσα στην πίσσα. Δεν αντέχουν το κάψιμο.


Έπειτα βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι και με φώναξε με τ’ όνομά μου μια ψυχή από μέσα που βασανιζόταν. Προσπαθούσε να βγει και με παρακάλεσε να βρέξω το δαχτυλάκι μου να δροσιστεί λίγο το στόμα του. Τον γνώρισα από την φωνή και του είπα:

- Αυτού μέσα είσαι, ωρέ; Αυτά εργάστηκες στην ζωή; Δεν θυμάσαι εκεί έξω από την Παρηγορήτρια στην Άρτα, εσύ γύριζες από την λαϊκή και εγώ από την Εκκλησία μου και με κορόϊδευες γιατί πιστεύω σ’ αυτά, στην κόλαση και στον παράδεισο, και έλεγες ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος, πάει όπως το πρόβατο, χάνεται; Και αλλά πολλά σου έλεγα για την κόλαση και τον παράδεισο, δεν τα θυμάσαι;


- Τα θυμάμαι αλλά τώρα είναι αργά. Φώναξε όσο μπορείς, όσο ζεις, να έρθει κανείς κοντά σου, να αποφύγει αυτήν εδώ την κόλαση.
- Τι να κάνει κοντά μου αφού και ‘γώ δεν ξέρω. Εσύ πόσες φορές με κόλαζες όταν σε συναντούσα;


- Όχι, εσύ δεν έφαγες, δεν άλλαξες, δεν ντύθηκες, δεν γλέντησες, αγωνίστηκες και ξέρεις...

Εμένα,( έλεγε η Λαμπρινή ), μετά απ’ αυτά, τον πόνεσε η ψυχή μου. Ήμουν ευαίσθητη στον πόνο των άλλων και, αν άκουγα ότι κάποιος πεινάει, δεν έτρωγα και εγώ και αν μπορούσα του πήγαινα φαγητό. Τώρα όμως σκεφτόμουν να του δώσω λίγο νερό με το δάχτυλο μου ή όχι;

Η Παναγία μου είπε ότι, αν δώσω, θα με κάψει την μισή πλευρά του χεριού μέχρι πάνω στον ώμο. Μόλις τ’ άκουσα αυτό κοντοστάθηκα, όμως τον λυπόμουν τον άνθρωπο εκεί μέσα. Παρακάλεσα τότε την Παναγία να το βρέξω και να το δώσω λίγο. Τι να σου πω; Θα καεί το χέρι σου. Αφού το θέλεις τόσο πολύ, βάλτο λίγο, όμως και εγώ θά’ μαι στο πλευρό σου».

--«Ναι το θέλω, ψυχή είναι κι αυτή. Μπορεί και εγώ να πάθω τα ίδια».
--«Μη γένοιτο», μου είπε.
Τό’ βαλα τότε και κάηκε το χέρι μου. Με πονούσε, το φυσούσα, αλλά τίποτε. Από τότε το δάχτυλο δεν το δουλεύω είναι σκληρό. Και να το κόψεις δεν το νιώθω...


«Αυτά πού είδες εδώ δεν πρέπει να σε αναλώσουν σε στενοχώρια αλλά να βάλεις όλη την δύναμή σου να τα πεις σε άλλους ζώντες και να βοηθήσεις ψυχές πού ποθούν τον Ουρανό».


Φεύγοντας είπε η Παναγία:

«Ευλογημένοι να είστε μέχρι την Δευτέρα Παρουσία που θάρθει ο Υιός μου», και φύγαμε.


Μετά πήγαμε στον καλό τον κόσμο. Εκεί χαιρόσουν να βρίσκεσαι. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς. Συνάντησα πολλά ζευγάρια πού έζησαν αγαπημένα. Ήθελε να μου δείξει και άλλους, αλλά της είπα «όχι νέους, γιατί στενοχωριέμαι να πεθαίνουν νέοι».

Η Παναγία μου είπε «όχι νέους, αλλά γέρους, διότι οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν γέροι. Τους άλλους τους παίρνουμε νέους για να γλυτώσουν από τις αμαρτίες πού θα πέσουν».
Συναντήσαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Μου είπε η Παναγία: «Τώρα έρχεται και ο γιός τους, ταξιδεύει». Μόλις είχε πεθάνει και ανέβαινε η ψυχή του. Σηκώθηκε τότε ο γέρος και προσευχήθηκε στον Εσταυρωμένο πού δέσποζε πιο πέρα και είπε:

«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που πήρες τον γιό μου σε ώριμη ηλικία και τον φέρνεις εδώ». Τον ευχαρίστησε και η γριά. «Αμήν», ακούστηκε από τον Σταυρό. Ο γέρος και η γριά ξανακάθισαν στις πολυθρόνες τους πού ήταν χρυσαφένιες, όλες ήταν χρυσαφένιες. Μπροστά τους σ' ένα τραπεζάκι είχε ο καθένας τους μια πιατέλα που έτρωγαν.


Εγώ σκέφτηκα «τι τρώνε;» Και μου απήντησαν: «Εκείνο που μας φέρνετε εσείς στην προσκομιδή τρώμε». Η τροφή τους ήταν ένα σαν το αντίδωρο και κρασί. Τα κρεβάτια τους ήταν ολόχρυσα, ωραιότατα.


Για τις παρθένες υπήρχε άλλος ξεχωριστός τόπος, το παρθενικό σπίτι. Εκεί είδα και γνωστές μου, αλλά δεν μου μίλησαν.
Ύστερα η Παναγία μου είπε: «Θα φύγουμε τώρα και θα περάσουμε να δούμε έναν άνθρωπο πού ήρθε εδώ μετά από πολυχρόνιο ασθένεια. Αυτός ήταν πολύ αμαρτωλός, αλλά ξεπλύθηκε από την ασθένεια του. Υπέμεινε αγόγγυστα την αρρώστια του. Το κρεββάτι του βέβαια δεν ήταν όμοιο με των άλλων, αλλά κοπιασμένο από τους κόπους που υπέμεινε.


Μου είπε τότε αυτός: «Ναι, έτσι είναι όπως τα λέει η μάννα μας (Παναγία). Έλυωσα στο κρεββάτι μου, έχυσα όλο το αίμα μου σ' αυτό το κρεββάτι. Αυτά που πέρασα μόνο το κρεββάτι αυτό τα γνωρίζει και η μητέρα μου που με φύλαγε και στεκόταν στο προσκέφαλο μου.


Ύστερα η Παναγία συνέχισε: Όλοι οι άνθρωποι ναρθούν εδώ. Ας πονέσουν λίγο στην γη.
Στη γη υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Μόνο την ψυχή σας να φυλάξετε από αμαρτίες. Όποιος θυσιαστεί για τον Υιό μου θα απολαύσει όλα αυτά τα αγαθά. Όσοι θα εργασθούν για μένα κάτω στην γη θαρθούν στον Παράδεισο. Αυτά τα αγαθά, χαρά σ' όποιον τ' απολαύσει. Όμως τώρα λίγοι έρχονται. Χάλασε ο κόσμος...»

Η Λαμπρινή άλλη φορά προείδε τον θάνατο της ανεψιάς της:

«Είχα πάρει προειδοποίηση (πληροφορία) ότι την Τετάρτη θα κοιμηθεί η ανεψιά μου Κασσιανή. Αυτή με επισκέφθηκε το προηγούμενο Σάββατο το απόγευμα και μου είπε ότι συμφώνησε με τον παπά να κάνουμε Λειτουργία την ερχόμενη Τετάρτη, με κάλεσε και μένα να βοηθήσω.

Είχα ευλογία από τον Δεσπότη να ψέλνω στο αναλόγιο όταν υπήρχε ανάγκη. Της λέω: «Όχι την Τετάρτη αλλά τη Δευτέρα». Αυτή επέμενε την Τετάρτη, διότι δεσμεύτηκε στον παπά και δεν μπορούσε να το αλλάξει.
Για να την διευκολύνω πήγα τότε εγώ και το άλλαξα. Έγινε η Λειτουργία, είχαμε προετοιμαστεί και κοινωνήσαμε.

Η Κασσιανή έδειχνε υγιέστατη. Με ευχαρίστησε πού βοήθησα και εγώ στην θεία Λειτουργία και αποχαιρετιστήκαμε.
Την Τετάρτη τα χαράματα την Κασσιανή την πήρε τηλέφωνο ο αδελφός της Νίκος να πάει στην κλινική, διότι θα γεννούσε η γυναίκα του Όλγα και ήθελε να έχει κάποιον δίπλα του. Πήγε η Κασσιανή, αλλά αμέσως μετά την γέννα η Κασσιανή έπαθε πνευμονικό οίδημα και εκοιμήθηκε ύστερα από λίγο...
Γι’ αυτό σας λέω, δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε.

Γεροντισσα Λαμπρινή 
 
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/06/blog-post_1329.html

Thursday, November 23, 2017

«Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» - Άγιος Νεκτάριος


Βρωμερές συκοφαντίες

Πολλά όμως διεσπείροντο από τους κακούς ανθρώπους στην Αθήνα περί του Πενταπόλεως και της ανέγερσης της Μονής [δηλαδή της γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα, της οποίας κατόπιν διετέλεσε εφημέριος και πνευματικός]. Πολύ εδοκιμάσθη από τους διεστραμμένους, τους μοχθηρούς και τους συκοφάντες. Διέδιδαν συκοφαντίες ανηθικότητος ανηκούστους. Ησχολήθη με αυτές και η Ιερά Σύνοδος. Ο δέ τότε Πρόεδρος αυτής, ο Αθηνών Θεόκλητος μετέβη αυτοπροσώπως επιτοπίως το 1908, διά να εξετάση. Φεύγοντας όμως από εκεί αναγκάσθηκε να ομολογήση ότι «ήτο όντως Θείον έργον».


Πολύ τον κατέτρεξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Αυτός διετέλεσε και Οικουμενικός Πατριάρχης και Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Αυτός ο δυστυχής ήτανε μασώνος μοντέρνος, νεωτεριστής και έκαμε πολύ κακό στην Εκκλησία.
Αυτός ήταν και κατά του μοναχισμού. Όταν ο Άγιος αγωνιζόταν με τόσες δυσκολίες να κτίση το Μοναστήρι, επήγε και τον απέτρεπε...
- Τί κάνεις εδώ; Μοναστήρι κτίζεις τώρα; Δεν βλέπεις ότι τόσα εξωκκλήσια γύρω εδώ ερήμωσαν; Δεν είναι για Μοναστήρια στη σημερινή εποχή.
Ο Πενταπόλεως όμως εξηκολούθησε και έγινε το Μοναστήρι και άλλα πολλά κατόπιν, ώστε η Αίγινα σήμερον να έχη τα περισσότερα Μοναστήρια. Το προείπεν ο Άγιος: «Θα γίνη, είπεν, η Αίγινα το Άγιον Όρος των Μοναζουσών». Και ήδη έχει εννέα Μοναστήρια γυναικών.
Αλλά και ποία διαφορά στο τέλος των δύο Ιεραρχών. Ο Μεταξάκης, που έκαμε τόσε εις βάρος της Ορθοδοξίας, είχεν οικτρόν τέλος. Τον βρήκαν ένα πρωί κάτω από το κρεββάτι του νεκρόν και με την γλώσσαν του έξω. Αυτήν ακριβώς την γλώσσαν, που έλεγε αυτά στον Άγιο και τόσα εις βάρος της Ιεράς Παραδόσεως και της Ορθοδόξου Εκκλησίας!
Εξ αντιθέτου, ο Πενταπόλεως, που έμεινε πιστός εις την Ι. Παράδοσιν και υπέμεινε τους πειρασμούς και διώξεις, είχεν άγιον τέλος και σήμερον τιμάται, όχι μόνον από το Πανελλήνιον, αλλά και από όλην την Υδρόγειον.
Είναι αληθές, ότι ο Θεός παρεχώρησε να περάση και εκεί πολλές θλίψεις και πίκρες. Παρ' όλην την εκεί εργασίαν του, πολλοί κακοί άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά. Έφθασαν μάλιστα στο σημείον να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρον ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι.
Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα «Κερού» είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρην της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώση. Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε.
Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψη και άρχισε να συκοφαντή τον Άγιο. Τα λόγια της ήταν πολύ φαρμακερά και πειστικά. Ο Σεβασμιώτατος ανέφερε το περιστατικό στο Μητροπολίτη Αθηνών, Θεόκλητο, ζητώντας οδηγίες. Εκείνος τού είπε να την προστατεύση την κοπέλλα. Η κοπέλλα έφθασε στα 18 της χρόνια. Η Κερού όμως το πήρε πείσμα. Είχε το σατανά μέσα της. Επήγε στον Πειραιά και άρχισε τα κλάματα μπροστά στον Ανακριτή να διηγήται την τραγωδίαν της. «Ένας Καλόγηρος, που τάχα ασκητεύει, μού την πήρε στο γυναικομονάστηρο. Αυτός έχει όλες τις καλόγρηες ερωμένες. Σώστε το παιδί μου...».
Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεσιν και την επομένην πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυό χωροφύλακες. Παρεβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ' ευθείαν στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχθή. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα:
- Βρε παληοκαλόγηρε!... πού είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επηκολούθησε αισχροτάτη φράσις). Αυτά κάνεις εδώ πέρα; Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας:
- Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα-τρίχα.

Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξι. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε:

- Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!!
Και πράγματι! «έστι δίκης οφθαλμός, Ός τα πάνθ' ορά». Ο ασεβέστατος Εισαγγελεύς σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαρειά. Είχε τρομερούς πόνους από την αρρώστειά του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε.Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιον, να τον συγχωρέση. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια του Αγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθή. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συνεχώρησε με την καρδιά του. Του Εισαγγελέως [ωστόσο] έπειτα από δύο χρόνια τού κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο.
Το Μοναστήρι του όμως, παρ' όλα αυτά, επρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης εμεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες. Έγινε ένα πνευματικόν κέντρον, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους.»

Monday, November 20, 2017

The Entry into the Temple of the Most Holy Mother of God

According to Holy Tradition, the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple took place in the following manner. The parents of the Virgin Mary, Sts Joachim and Anna, praying for an end to their childlessness, vowed that if a child were born to them, they would dedicate it to the service of God.

When the Most Holy Virgin reached the age of three, the holy parents decided to fulfill their vow. They gathered together their relatives and acquaintances, and dressed the All-Pure Virgin in Her finest clothes. Singing sacred songs and with lighted candles in their hands, virgins escorted Her to the Temple (Ps. 44/45:14-15). There the High Priest and several priests met the handmaiden of God. In the Temple, fifteen high steps led to the sanctuary, which only the priests and High Priest could enter. (Because they recited a Psalm on each step, Psalms 119/120-133/134 are called "Psalms of Ascent.") The child Mary, so it seemed, could not make it up this stairway. But just as they placed Her on the first step, strengthened by the power of God, She quickly went up the remaining steps and ascended to the highest one. Then the High Priest, through inspiration from above, led the Most Holy Virgin into the Holy of Holies, where only the High Priest entered once a year to offer a purifying sacrifice of blood. Therefore, all those present in the Temple were astonished at this most unusual occurrence.

After entrusting their child to the Heavenly Father, Joachim and Anna returned home. The All-Holy Virgin remained in the quarters for virgins near the Temple. According to the testimony of Holy Scripture (Exodus 38; 1 Kings 1: 28; Luke 2: 37), and also the historian Josephus Flavius, there were many living quarters around the Temple, in which those who were dedicated to the service of God dwelt.

The earthly life of the Most Holy Theotokos from Her infancy until She was taken up to Heaven is shrouded in deep mystery. Her life at the Jerusalem Temple was also a secret. "If anyone were to ask me," said St Jerome, "how the Most Holy Virgin spent the time of Her youth, I would answer that that is known to God Himself and the Archangel Gabriel, Her constant guardian."

But there are accounts in Church Tradition, that during the All-Pure Virgin's stay at the Temple, She grew up in a community of pious virgins, diligently read the Holy Scripture, occupied Herself with handicrafts, prayed constantly, and grew in love for God. From ancient times, the Church has celebrated the Feast of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple. Indications that the Feast was observed in the first centuries of Christianity are found in the traditions of Palestinian Christians, which say that the holy Empress Helen (May 21) built a church in honor of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple.

St Gregory of Nyssa, in the fourth century, also mentions this Feast. In the eighth century Sts Germanus and Tarasius, Patriarchs of Constantinople, delivered sermons on the Feast of the Entry.

The Feast of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple foretells God's blessing for the human race, the preaching of salvation, the promise of the coming of Christ.

DISCOURSE ON THE FEAST OF THE ENTRY OF OUR MOST PURE LADY THEOTOKOS INTO THE HOLY OF HOLIES by Saint Gregory Palamas, Archbishop of Thessalonica

If a tree is known by its fruit, and a good tree bears good fruit (Mt. 7:17; Luke 6:44), then is not the Mother of Goodness Itself, She who bore the Eternal Beauty, incomparably more excellent than every good, whether in this world or the world above? Therefore, the coeternal and identical Image of goodness, Preeternal, transcending all being, He Who is the preexisting and good Word of the Father, moved by His unutterable love for mankind and compassion for us, put on our image, that He might reclaim for Himself our nature which had been dragged down to uttermost Hades, so as to renew this corrupted nature and raise it to the heights of Heaven. For this purpose, He had to assume a flesh that was both new and ours, that He might refashion us from out of ourselves. Now He finds a Handmaiden perfectly suited to these needs, the supplier of Her own unsullied nature, the Ever-Virgin now hymned by us, and Whose miraculous Entrance into the Temple, into the Holy of Holies, we now celebrate. God predestined Her before the ages for the salvation and reclaiming of our kind. She was chosen, not just from the crowd, but from the ranks of the chosen of all ages, renowned for piety and understanding, and for their God-pleasing words and deeds.

In the beginning, there was one who rose up against us: the author of evil, the serpent, who dragged us into the abyss. Many reasons impelled him to rise up against us, and there are many ways by which he enslaved our nature: envy, rivalry, hatred, injustice, treachery, slyness, etc. In addition to all this, he also has within him the power of bringing death, which he himself engendered, being the first to fall away from true life.

The author of evil was jealous of Adam, when he saw him being led from earth to Heaven, from which he was justly cast down. Filled with envy, he pounced upon Adam with a terrible ferocity, and even wished to clothe him with the garb of death. Envy is not only the begetter of hatred, but also of murder, which this truly man-hating serpent brought about in us. For he wanted to be master over the earth-born for the ruin of that which was created in the image and likeness of God. Since he was not bold enough to make a face to face attack, he resorted to cunning and deceit. This truly terrible and malicious plotter pretended to be a friend and useful adviser by assuming the physical form of a serpent, and stealthily took their position. By his God-opposing advice, he instills in man his own death-bearing power, like a venomous poison.

If Adam had been sufficiently strong to keep the divine commandment, then he would have shown himself the vanquisher of his enemy, and withstood his deathly attack. But since he voluntarily gave in to sin, he was defeated and was made a sinner. Since he is the root of our race, he has produced us as death-bearing shoots. So, it was necessary for us, if he were to fight back against his defeat and to claim victory, to rid himself of the death-bearing venomous poison in his soul and body, and to absorb life, eternal and indestructible life.

It was necessary for us to have a new root for our race, a new Adam, not just one Who would be sinless and invincible, but one Who also would be able to forgive sins and set free from punishment those subject to it. And not only would He have life in Himself, but also the capacity to restore to life, so that He could grant to those who cleave to Him and are related to Him by race both life and the forgiveness of their sins, restoring to life not only those who came after Him, but also those who already had died before Him. Therefore, St Paul, that great trumpet of the Holy Spirit, exclaims, "the first man Adam was made a living soul, the last Adam was made a quickening spirit" (1 Cor. 15:45).

Except for God, there is no one who is without sin, or life-creating, or able to remit sin. Therefore, the new Adam must be not only Man, but also God. He is at the same time life, wisdom, truth, love, and mercy, and every other good thing, so that He might renew the old Adam and restore him to life through mercy, wisdom and righteousness. These are the opposites of the things which the author of evil used to bring about our aging and death.

As the slayer of mankind raised himself against us with envy and hatred, so the Source of life was lifted up [on the Cross] because of His immeasurable goodness and love for mankind. He intensely desired the salvation of His creature, i.e., that His creature would be restored by Himself. In contrast to this, the author of evil wanted to bring God's creature to ruin, and thereby put mankind under his own power, and tyrannically to afflict us. And just as he achieved the conquest and the fall of mankind by means of injustice and cunning, by deceit and his trickery, so has the Liberator brought about the defeat of the author of evil, and the restoration of His own creature with truth, justice and wisdom.

It was a deed of perfect justice that our nature, which was voluntarily enslaved and struck down, should again enter the struggle for victory and cast off its voluntary enslavement. Therefore, God deigned to receive our nature from us, hypostatically uniting with it in a marvelous way. But it was impossible to unite that Most High Nature, Whose purity is incomprehensible for human reason, to a sinful nature before it had been purified. Therefore, for the conception and birth of the Bestower of purity, a perfectly spotless and Most Pure Virgin was required.

Today we celebrate the memory of those things that contributed, if only once, to the Incarnation. He Who is God by nature, the Co-unoriginate and Coeternal Word and Son of the Transcendent Father, becomes the Son of Man, the Son of the Ever-Virgin. "Jesus Christ the same yesterday and today, and forever" (Heb. 13:8), immutable in His divinity and blameless in His humanity, He alone, as the Prophet Isaiah prophesied, "practiced no iniquity, nor deceit with His lips" (Is. 53: 9). He alone was not brought forth in iniquity, nor was He conceived in sin, in contrast to what the Prophet David says concerning himself and every other man (Ps. 50/51: 5). Even in what He assumes, He is perfectly pure and has no need to be cleansed Himself. But for our sake, He accepted purification, suffering, death and resurrection, that He might transmit them to us.

God is born of the spotless and Holy Virgin, or better to say, of the Most Pure and All-Holy Virgin. She is above every fleshly defilement, and even above every impure thought. Her conceiving resulted not from fleshly lust, but by the overshadowing of the Most Holy Spirit. Such desire being utterly alien to Her, it is through prayer and spiritual readiness that She declared to the angel: "Behold the handmaiden of the Lord; be it unto Me according to thy word" (Luke 1:38), and that She conceived and gave birth. So, in order to render the Virgin worthy of this sublime purpose, God marked this ever-virgin Daughter now praised by us, from before the ages, and from eternity, choosing Her from out of His elect.

Turn your attention then, to where this choice began. From the sons of Adam God chose the wondrous Seth, who showed himself a living heaven through his becoming behavior, and through the beauty of his virtues. That is why he was chosen, and from whom the Virgin would blossom as the divinely fitting chariot of God. She was needed to give birth and to summon the earth-born to heavenly sonship. For this reason also all the lineage of Seth were called "sons of God," because from this lineage a son of man would be born the Son of God. The name Seth signifies a rising or resurrection, or more specifically, it signifies the Lord, Who promises and gives immortal life to all who believe in Him.

And how precisely exact is this parallel! Seth was born of Eve, as she herself said, in place of Abel, whom Cain killed through jealousy (Gen. 4:25); and Christ, the Son of the Virgin, was born for us in place of Adam, whom the author of evil also killed through jealousy. But Seth did not resurrect Abel, since he was only a type of the resurrection. But our Lord Jesus Christ resurrected Adam, since He is the very Life and the Resurrection of the earth-born, for whose sake the descendents of Seth are granted divine adoption through hope, and are called the children of God. It was because of this hope that they were called sons of God, as is evident from the one who was first called so, the successor in the choice. This was Enos, the son of Seth, who as Moses wrote, first hoped to call on the Name of the Lord (Gen. 4:26).

In this manner, the choice of the future Mother of God, beginning with the very sons of Adam and proceeding through all the generations of time, through the Providence of God, passes to the Prophet-king David and the successors of his kingdom and lineage. When the chosen time had come, then from the house and posterity of David, Joachim and Anna are chosen by God. Though they were childless, they were by their virtuous life and good disposition the finest of all those descended from the line of David. And when in prayer they besought God to deliver them from their childlessness, and promised to dedicate their child to God from its infancy. By God Himself, the Mother of God was proclaimed and given to them as a child, so that from such virtuous parents the all-virtuous child would be raised. So in this manner, chastity joined with prayer came to fruition by producing the Mother of virginity, giving birth in the flesh to Him Who was born of God the Father before the ages.

Now, when Righteous Joachim and Anna saw that they had been granted their wish, and that the divine promise to them was realized in fact, then they on their part, as true lovers of God, hastened to fulfill their vow given to God as soon as the child had been weaned from milk. They have now led this truly sanctified child of God, now the Mother of God, this Virgin into the Temple of God. And She, being filled with Divine gifts even at such a tender age, ... She, rather than others, determined what was being done over Her. In Her manner She showed that She was not so much presented into the Temple, but that She Herself entered into the service of God of her own accord, as if she had wings, striving towards this sacred and divine love. She considered it desirable and fitting that she should enter into the Temple and dwell in the Holy of Holies.

Therefore, the High Priest, seeing that this child, more than anyone else, had divine grace within Her, wished to set Her within the Holy of Holies. He convinced everyone present to welcome this, since God had advanced it and approved it. Through His angel, God assisted the Virgin and sent Her mystical food, with which She was strengthened in nature, while in body She was brought to maturity and was made purer and more exalted than the angels, having the Heavenly spirits as servants. She was led into the Holy of Holies not just once, but was accepted by God to dwell there with Him during Her youth, so that through Her, the Heavenly Abodes might be opened and given for an eternal habitation to those who believe in Her miraculous birthgiving.

So it is, and this is why She, from the beginning of time, was chosen from among the chosen. She Who is manifest as the Holy of Holies, Who has a body even purer than the spirits purified by virtue, is capable of receiving ... the Hypostatic Word of the Unoriginate Father. Today the Ever-Virgin Mary, like a Treasure of God, is stored in the Holy of Holies, so that in due time, (as it later came to pass) She would serve for the enrichment of, and an ornament for, all the world. Therefore, Christ God also glorifies His Mother, both before, and also after His birth.

We who understand the salvation begun for our sake through the Most Holy Virgin, give Her thanks and praise according to our ability. And truly, if the grateful woman (of whom the Gospel tells us), after hearing the saving words of the Lord, blessed and thanked His Mother, raising her voice above the din of the crowd and saying to Christ, "Blessed is the womb that bore Thee, and the paps Thou hast sucked" (Luke 11:27), then we who have the words of eternal life written out for us, and not only the words, but also the miracles and the Passion, and the raising of our nature from death, and its ascent from earth to Heaven, and the promise of immortal life and unfailing salvation, then how shall we not unceasingly hymn and bless the Mother of the Author of our Salvation and the Giver of Life, celebrating Her conception and birth, and now Her Entry into the Holy of Holies?

Now, brethren, let us remove ourselves from earthly to celestial things. Let us change our path from the flesh to the spirit. Let us change our desire from temporal things to those that endure. Let us scorn fleshly delights, which serve as allurements for the soul and soon pass away. Let us desire spiritual gifts, which remain undiminished. Let us turn our reason and our attention from earthly concerns and raise them to the inaccessible places of Heaven, to the Holy of Holies, where the Mother of God now resides.

Therefore, in such manner our songs and prayers to Her will gain entry, and thus through her mediation, we shall be heirs of the everlasting blessings to come, through the grace and love for mankind of Him Who was born of Her for our sake, our Lord Jesus Christ, to Whom be glory, honor and worship, together with His Unoriginate Father and His Coeternal and Life-Creating Spirit, now and ever and unto ages of ages. Amen.


Troparion - Tone 4

Today with the most revered of all cities
we fittingly celebrate your honored translation to heaven,
Father of Fathers, wise Proclus.

Kontakion - Tone 4

The most pure Temple of the Savior;
the precious Chamber and Virgin;
the sacred Treasure of the glory of God,
is presented today to the house of the Lord.
She brings with her the grace of the Spirit,
therefore, the angels of God praise her:
"Truly this woman is the abode of heaven."
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...